Χρώμα

  • Καθημερινή λέξη για το λευκό χρώμα στην ελληνική.

  • Ανοιχτό κόκκινο χρώμα, δημοφιλές σε ρούχα και παιχνίδια.

  • Δάνειο από γαλλικά, σημαίνει έντονο μπλε χρώμα.

  • Η ώχρα είναι ζεστό κιτρινοκάστανο χρώμα, από τη γήινη χρωστική.

  • Δάνειο από το γαλλ. turquoise, μπλε‑πράσινη απόχρωση.

  • Το ζαχαρί είναι απαλός, γλυκός τόνος του μπεζ.

  • Σημαίνει ανοιχτό κίτρινο–χρυσό χρώμα στα ελληνικά.

  • Παλιά λέξη για γαλάζιο–ανοιχτό μπλε, ποιητικός τόνος.

  • θαλασσι
  • Δάνειο από γαλλικά, σημαίνει υπόλευκο/σπασμένο λευκό.

  • Απόχρωση πορτοκαλί, σαν το νεράντζι 🍊

  • Χρώμα ουδέτερο, ανάμεσα σε μαύρο και άσπρο.

  • Δάνειο από γαλλ. ivoire· υπόλευκο, σαμπανιζέ χρώμα.

  • δαμασκηνι
  • Σωστή μορφή «θαλασσί», μπλε της θάλασσας.

  • Δάνειο από γαλλικά, έντονο ροζ-μωβ χρώμα.

  • Ανοιχτό μπλε χρώμα, συχνό σε θάλασσα και ουρανό.

  • Βασικό χρώμα του φάσματος, το χρώμα του αίματος.

  • Κοινό βασικό χρώμα, ανάμεσα σε μπλε και κίτρινο.

  • Βασικό σκούρο χρώμα, σύμβολο νύχτας και πένθους.

  • Βασικό φωτεινό χρώμα ανάμεσα σε κόκκινο και κίτρινο.

  • Καθημερινό για «χρυσό χρώμα», ζεστή κίτρινη απόχρωση.

  • Κύριο βασικό χρώμα στο φάσμα, πολύ συχνό.

  • Σκούρο κόκκινο, σαν το χρώμα του βύσσινου.

  • Από «ιώδης»· μωβ/βιολετί απόχρωση στην ελληνική.

  • Γήινη καφεκίτρινη απόχρωση, κλασική στη ζωγραφική.

  • Δάνειο από τα τουρκικά, χακί = στρατιωτικό λαδί.

  • σομον
  • Καθιερωμένο λαϊκό για απαλό πρασινωπό χρώμα.

  • Καφέ απόχρωση σαν το κακάο/σοκολάτα.

  • Απαλό μωβ χρώμα, διεθνής όρος που λέγεται και εδώ.

  • Έντονο χρώμα ανάμεσα σε μπλε και κόκκινο.

  • Ουδέτερο χρώμα, συνδέεται με το χώμα και το ξύλο.

  • Βασικό φωτεινό χρώμα, θυμίζει τον ήλιο.

  • Απόχρωση που θυμίζει το χρώμα του δαμάσκηνου 🍑

  • Μωβ απόχρωση, δάνειο από το γαλλικό violet.

  • Πράσινη απόχρωση ελιάς, πολύ συχνό στα ελληνικά.

  • Βασικό χρώμα, αντίθετο του μαύρου, κοινότατο.

  • Απ’ το γαλλ. ciel, ανοιχτό γαλάζιο χρώμα.

  • Δηλώνει ιριδίζουσα, πολυχρωματική απόχρωση ✨

  • Λόγια μορφή για κόκκινο, π.χ. «ερυθρό κρασί».

  • Παραλλαγή ονομασίας για τη δαμασκηνί απόχρωση 🎨

  • Καθημερινή γραφή του «χρυσαφί», ζεστό χρυσό.

  • Απαλή απόχρωση που θυμίζει το χρώμα του δέρματος 🤎

  • Απαλό πρασινωπό χρώμα, γνωστό ως «βεραμάν».

  • Γαλλικό δάνειο για σκούρο μαύρο, καθιερωμένο

  • Μεταλλική γκριζοασημί απόχρωση

  • Το «νέον» δηλώνει έντονο φωσφορίζον χρώμα στα ελληνικά

  • Ζωντανό κιτρινοπράσινο, σαν το λεμόνι.

  • πετρολ
  • «Νιόν»/νέον δηλώνει φωτεινά, έντονα χρώματα

  • «Ζαφειρί» λέγεται το βαθύ γαλάζιο του ζαφειριού.

  • Απαλό ανοιχτό καφέ, διεθνής όρος για χρώμα.

  • Ζεστή κοκκινωπή απόχρωση σαν ώριμη ντομάτα 🍅

  • Δανεικός όρος για απαλό μπεζ, στο χρώμα του δέρματος

  • Απόχρωση μπλε με χαμηλή φωτεινότητα.

  • Γκριζωπό χρώμα, σαν στάχτη τζακιού.

  • «Εμπριμέ» ύφασμα με πολλά χρώματα/σχέδια.

  • Έντονο πράσινο, σαν πολύτιμος σμαραγδίτης.

  • Δηλώνει το γκριζομεταλλικό, σαν το ασήμι.

  • Σομων
  • Σκούρο γκρι σχεδόν μαύρο, από το ανθρακί.

  • Απαλό πορτοκαλορόδινο, σαν χρώμα ροδάκινου.

  • Βαθύ κόκκινο σαν ρουμπίνι· κλασικό πολυτελές χρώμα.

  • Απαλή, ξεθωριασμένη γαλαζοπράσινη απόχρωση

  • βουργουνδι
  • Το «σκούρο» δηλώνει σκούρα απόχρωση χρώματος.

  • Το «ΧΑΛΚΙΝΟ» δηλώνει καστανοκόκκινη μεταλλική απόχρωση.

  • Φωτεινό πρασινοκίτρινο, σαν λαχανικά.

  • Από τα βασικά χρώματα στην τυπογραφία (C του CMYK).

  • Δάνειο όνομα για μια φωτεινή κιτρινοπράσινη απόχρωση.

  • «Ζεβρέ» είναι ριγέ μαύρο‑άσπρο μοτίβο, χρώμα‑σχέδιο.

  • Χαϊδευτικό για φωτεινό ροζ/κοκκινωπό σαν φράουλα.

  • Δηλώνει μια γαλάζια, φωτεινή απόχρωση του μπλε.

  • Το «ομπρέ» δηλώνει χρωματική διαβάθμιση και χρησιμοποιείται ως όνομα απόχρωσης.

Χρώμα listesindeki kelimeler, İsim Şehir Hayvan kelime oyununun oyuncularının oynanmış oyunlarda yazdığı, sıklığa göre sıralanmış kelimelerdir.